Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Η μπορντό ζακέτα

Βγήκε έξω, χειμώνας πια. Ο πόνος ξαναγύρισε, δεν μπορούσε να καταλάβει ακριβώς από που πήγαζε, υπέθεσε πάντως ότι ερχόταν από την κοιλιά της. Μπήκε πάλι στο σπίτι, άνοιξε το μπαούλο και έβγαλε μια μπορντό μάλλινη ζακέτα. Τη φόρεσε και βγήκε πάλι στο δρόμο.

Μπήκε στο αυτοκίνητό της και έβαλε μπρος. Ο Στάθης δεν ήθελε να οδηγεί, «κι αν πάθεις τίποτα;» τη ρώταγε. Τι να πάθω χριστιανέ μου, απαντούσε εκείνη. Τι άλλο να πάθω, συμπλήρωνε από μέσα της. Τι χειρότερο;

Αλλωστε δεν πήγαινε κάπου μακριά. Καμιά βόλτα μέχρι την Καστοριά, για ψώνια, να δει κάποιους φίλους, στο γιατρό της. Εκτός από τις Παρασκευές... τότε πήγαινε εκεί, στο μέρος της.

Το βλέμμα της έπεσε στο καθρεφτάκι του αυτοκινήτου. Τα μάτια της λες και πετάγονταν έξω, ήταν χλωμή, το πρόσωπό της οστεώδες. Δεν την τρόμαζε πια η εικόνα του. Στο κεφάλι της φορούσε ένα λευκό μαντήλι, σημάδι της αρρώστιας της κι αυτό. Δεν της άρεσαν τα μαλλιά της έτσι ξερακιανά, θλιβερά όπως είχαν φυτρώσει μετά τις χημειοθεραπείες. Της έλειπαν τα πλούσια καστανά μαλλιά της, της έλειπε... της έλειπε ένα λούσιμο με μπόλικη σαπουνάδα, ναι, αυτό της έλειπε. Τώρα τι είχε μείνει για να λούσει; Μερικές τούφες όλες κι όλες.

Το καλοριφέρ του αμαξιού δεν ζέσταινε. Με το ένα χέρι τύλιξε τη ζακέτα πιο σφιχτά στο στήθος της, πώς είχε πιάσει έτσι απότομα κρύο πάλι; Σαν χτες της φαινόταν που ήταν καλοκαίρι, που είχε έρθει ο γιος της το Δεκαπενταύγουστο να φάνε όλοι μαζί, να γιορτάσουν.

* Απόσπασμα από το διήγημα Η μπορντό ζακέτα. Το διήγημα έλαβε έπαινο από την λογοτεχνική ομάδα Ιδεόπνοον. 

© Αγγελική Στελλάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου